serie, series, mon cher, ma cherie, KARA

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Σερί είναι επίρρημα που σημαίνει «στη σειρά, συνεχώς, χωρίς διακοπή»: Δούλεψα δώδεκα ώρες σερί, ξεθεώθηκα! Το σερί είναι και ουσιαστικό, για μια ενέργεια που επαναλαμβάνεται χωρίς διακοπή: Με ένα σερί δώδεκα πόντων στα πέντε πρώτα λεπτά της τρίτης περιόδου, ο Παναθηναϊκός γύρισε το παιχνίδι. Το «σερί δώδεκα πόντων» σημαίνει φυσικά ότι η ομάδα πέτυχε δώδεκα συνεχόμενους πόντους χωρίς να δεχτεί κανέναν. Βέβαια, κάποτε θα βάλει καλάθι κι ο αντίπαλος: τα σερί είναι για να σπάνε.

Στο slang.gr βρίσκω καταγραμμένη την έκφραση το πάω σερί που σημαίνει ότι βγαίνω έξω το βράδυ και το τραβάω ως το πρωί, και χωρίς να κοιμηθώ πηγαίνω κατευθείαν στη δουλειά ή στο μάθημα ξενύχτης. Πρόκειται για έκφραση της νεανικής αργκό βέβαια, διότι μετά τα τριάντα αυτά τα πράγματα ευκολότερα λέγονται παρά γίνονται, τουλάχιστον συχνά. Και πάλι στο σλανγκρ βρίσκω ότι σερίφης, μεταξύ άλλων, είναι εκείνος ο οποίος το έχει πάει σερί.

Το…

View original post 656 more words

Advertisements

About greekteacher

school teacher
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s